Rss

AΠΟ ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940 – ΤΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΛΠΑΚΙΟΥ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΡΕΠΕΤΙΣΤΑΣ

AΠΟ ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940

ΤΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΛΠΑΚΙΟΥ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΡΕΠΕΤΙΣΤΑΣ

Γράφει ο Νικηφόρος Κάτσενος, Φιλόλογος

Θυμάται πάλι το Έθνος αυτές τις μέρες, τη μεγάλη του στιγμή της ένδοξης ιστορίας του, την 28η Οκτωβρίου 1940. Ό,τι χαρακτηρίζει τη μοναδική αυτή ελληνική σελίδα, είναι πως πέρασε αμέσως, ενώ ακόμη γραφόταν στο Καλπάκι και στην Πίνδο, στην περιοχή όπου το γεγονός γίνεται πνεύμα και μύθος και όπου ο πόνος και το πνεύμα εξαγιάζονται μέσα στην αίσθηση της ευθύνης και του χρέους.

Το θρυλικό έπος του 1940-41 είναι το ανεπανάληπτο ιστορικό θαύμα, που το δημιούργησε η σύγχρονη ελληνική λεβεντιά, σαν ένα συμπαγές εθνικό σύμβολο. Το έπος αυτό, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κάθε άλλης εθνικής προκοπής μας, δεν είναι σαν τα άλλα, που προηγήθηκαν -ένα απλό ιστορικό γεγονός- αλλά είναι μια πραγματικότητα, χθεσινή και σημερινή. Πραγματικότητα, που δεν ευνοεί καθόλου την αμφιβολία και το σκεπτικισμό.

Θεωρεί κανείς ότι το έπος αυτό έγινε στα χρόνια των παππούδων μας, για να ερμηνεύσει ολόκληρη την περιπετειώδη και θαυμαστή εθνική μας ζωή, να την ζωντανέψει στις μέρες μας και να την καταστήσει αλάνθαστο κριτήριό της. Παρουσιάζεται σαν συμπύκνωση μιας τρισχιλιόχρονης γόνιμης ιστορίας, αλλά με πλάτος μεγαλύτερο, με έκταση δυσανάλογη και με ένταση ισχυρή.

Όταν όμως αναφέρεται κανείς στον τόπο του, στο χωριό του και στην περιοχή, όταν θυμάται τα ηρωικά κατορθώματα των πατεράδων και των χωριανών του, που, από την αρχή, έδωσαν το παρόν στο προσκλητήριο του πολέμου και έγραψαν σελίδες δόξας και ηρωισμού, νιώθει στ’ αλήθεια ιδιαίτερη περηφάνια.

Αυτή ακριβώς την περηφάνια ένιωσε και ο γράφων αυτές τις μέρες, όταν στο χωριό Ρεπετίστι – Παρακαλάμου, μαζευτήκαμε στο κεντρικό καφενείο του χωριού για να φέρουμε στη μνήμη μας τα γεγονότα του πολέμου του 1940 -που άφησε εμβρόντητο όλο τον πολιτισμένο κόσμο- και διαδραματίστηκαν στη γύρω περιοχή Καλαμά – Παρακάλαμο και ιδιαίτερα στο χωριό Ρεπετίστι.

Οι περισσότεροι από τη συντροφιά μας είχαν πάρει μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις και άλλοι, νεώτεροι στην ηλικία, 10-17 ετών, έζησαν τον παλμό των γεγονότων. Όλοι μιλούσαν μ’ ένα δέος και θαυμασμό, κι ένιωθαν ξεχωριστή τιμή που είχαν το μεγάλο προνόμιο να πάρουν μέρος σ’ εκείνο τον πόλεμο και να πραγματοποιήσουν, ό,τι ονομάστηκε, ιδιαίτερα από τους ξένους, «Ελληνικό θαύμα».

Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά.

Στη μεθόριο με την Αλβανία, είχαν συγκεντρωθεί ιταλικές μεραρχίες, θωρακισμένα και βαρύ πυροβολικό. Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο, με τα προστατευτικά του μέτρα, που είχε πάρει από τον προηγούμενο χρόνο, με πολλές προφυλάξεις, είχε ενισχύσει τις παραμεθόριες δυνάμεις της Ηπείρου και ξεχωριστά της περιοχής μας.

«Επιστρατεύτηκα το Σεπτέμβριο του 1939, θα μας διηγηθεί ο μπάρμπα Γρηγόρης Φούσας, σήμερα 85 ετών όλα τα θυμάται σαν να ήταν χθες- ως νοσοκόμος του Πυροβολικού και μαζί με τον συγχωριανό μου Σπύρο Νταλιάνη, παραμείναμε στα Άνω Σουδενά-Ζαγορίου για 2 μήνες, φτιάχνοντας χαρακώματα και πολυβολεία. Ύστερα απολυθήκαμε.

Νέα επιστράτευση έγινε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Παρουσιάστηκα στην Ανατολή – Ιωαννίνων και από κει ήρθαμε στη λίμνη Ζαραβίνα .Έπειτα ήρθα στο χωριό μου Ρεπετίστι, όπου το τάγμα του Αλεβιζάτου κατασκεύαζε καταφύγιο σε δική μου τοποθεσία, προχώματα και πολυβολεία. Ζήτησα να με πάρει και μένα στο σώμα του, όπως και έγινε.

Σε οχτώ μέρες κηρύχτηκε ο πόλεμος … ».

Ο μπάρμπα Πέτρος Ξένος, κάτοικος Ρεπετιστίου θα πει. «Επιστρατευμένος κι εγώ από το 1939 έφτιαχνα με το Μηχανικό, μαζί με άλλους, χαρακώματα, πολυβολεία και καταφύγια. Στο Καλπάκι είχαμε: διαμορφώσει από πριν το καταφύγιο όπου αργότερα ο στρατηγός Κατσιμήτρος, Διοικητής της VIII Μεραρχίας, είχε την έδρα των επιχειρήσεων. Αργότερα με την κήρυξη του πολέμου κα την εισβολή των Ιταλών από το Χάνι Δελβινακίου, πήγα στο χωριό Μαζαράκι, όπου μαζί με 2 αξιωματικούς ανατινάξαμε την πέτρινη τοξωτή γέφυρα της Αρετής, απ’ την οποία περνάει ο Καλαμάς, για να βρουν εμπόδιο οι Ιταλοί. Ύστερα πήγαμε στη Ζίτσα, εκεί φτιάχναμε ξύλινες γέφυρες, μετά φτάσαμε στη Μενίνα».

Από τον Αύγουστο του 1939 το μεγαλύτερo μέρος των Ιταλικών και Αλβανικών δυνάμεων βρίσκονταν συγκεντρωμένο στα ελληνικά σύνορα και η ιταλική αεροπορία παραβίαζε συνεχώς τον ελληνικό εναέριο χώρο. Γι’ αυτό και το Γενικό Επιτελείο εισηγείται στην Ελληνική Κυβέρνηση την επιστράτευση των μονάδων της VΙΙΙ και ΙΧ Μεραρχίας.

Την Ιταλική δύναμη, το ΧΧV Σώμα Στρατού Τσαμουριάς -γράφει ο Άγγελος Τερζάκης στο βιβλίο του «Ελληνική Εποποιία 1940-41»- προσανατολισμένο προς την Ήπειρο, το αποτελούσαν: Η 51η Μεραρχία Σιέννα, απλωμένη στην περιοχή Κονίσπολις – Δέλβινο – Άγιοι Σαράντα. Δυτικά από την Κονίσπολη, ήταν η Μεραρχία Ιππικού. Η 23η Μεραρχία Φερράρα βρισκόταν στην περιοχή Γεωργουτσάτες – Αργυρόκαστρο – Πρεμετή – Μέρτζανη. Η 131η θωρακισμένη Μεραρχία Κενταύρων στην περιοχή Τεπελένι Αργυρόκαστρο, με άξονα την κοιλάδα του Δρίνου.

Οι Ιταλοί υπερτερούσαν σε όλα, όχι μόνο στο στρατό ξηράς, αλλά και σε άρματα μάχης, πυροβολικό και αεροπορία. Διέθεταν 400 αεροπλάνα πρώτης γραμμής, απέναντι στα 140 ελληνικά.

Ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα, Ανώτατος Διοικητής των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία, θεωρητικός του κεραυνοβόλου πολέμου, είχε καταστρώσει το σχέδιο των πολεμικών επιχειρήσεων, που για την Ήπειρο προέβλεπε αιφνιδιαστική επίθεση στην κατεύθυνση Καλπάκι – Ιωάννινα – Πρέβεζα.

Από την άλλη μεριά ο στρατηγός Σοντού, Υπουργός των Στρατιωτικών της Ιταλίας, είχε διαβεβαιώσει το Μουσολίνι, ότι τα ιταλικά στρατεύματα θα χρειάζονταν μια μόνο βδομάδα για να φτάσουν στα Γιάννενα και 1520 μέρες για να βρίσκονται στην Πρέβεζα.

Έτσι το σχέδιο του Βισκόντι Πράσκα προέβλεπε μετωπική επίθεση στο Καλπάκι με τις Μεραρχίες Φερράρα και τη θωρακισμένη των Κενταύρων, υποβοηθούμενος από τη Μεραρχία Σιέννα. Δεξιά και αριστερά θα προχωρούσαν η Μεραρχία Ιππικού από την ακτή, η 3η Μεραρχία Αλπινιστών Τζούλια στην Πίνδο και τέλος η Μεραρχία Τζούλια, αφού θα κυρίευε το Μέτσοβο, θα έκοβε στα δυο τις αμυνόμενες ελληνικές δυνάμεις της Θεσσαλίας από τη μια και της Ηπείρου από την άλλη.

Ο Πράσκα όμως είχε υποτιμήσει τον αντίπαλό του. Είχε ξεχάσει πως σε μια αναμέτρηση λαών, δεν αγωνίζονται μόνο μηχανικά μέσα και αριθμοί, αγωνίζονται και ψυχές με ηθικό ανάστημα.

Οι Ιταλοί, χωρίς να περιμένουν την εκπνοή του τελεσιγράφου -που με τον πρεσβευτή Γκράτσι στην Αθήνα είχαν στείλει στον Πρωθυπουργό Ι. Μεταξά- άρχιζαν τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου, σης 5.30 την επίθεσή τους σ’ όλο το πλάτος του αλβανικού μετώπου. (Ο Ι. Μεταξάς υπογράφοντας το διάταγμα της γενικής επιστρατεύσεως είπε «Ο Θεός σώζοι την Ελλάδα).

Η είδηση του πολέμου διαδίδονταν από στόμα σε στόμα κα το ελληνικό ραδιόφωνο μετέδιδε το διάγγελμα του Μεταξά: «Η στιγμή επέστη που θ’ αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της».

Σε λίγο το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Επιτελείου έδινε το χαρακτήρα της αξιοπρέπειας του έθνους»: «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από τις 5.30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του Πατρίου εδάφους». Ένα κείμενο ολιγόλογο που πέρασε στην ιστορία για να εμπνέει και να φρονηματίζει.

«Δύναται να είπη κανείς, χωρίς δισταγμόν, ότι ίσως εκεί επάνω, εις τα βουνά της Ηπείρου, κρίνεται η τύχη ολοκλήρου του πολέμου», έγραφε η Αμερικανική εφημερίδα «Κρίστιαν Σάιεν Μόνιτορ».

Εδώ στην Ελληνοαλβανική μεθόριο βροντούσε το κανόνι από τα βαθιά χαράματα. «Ο πατέρας μου -λέει ο Ρεπετιστιώτης Χρήστος Τζιμογιάννης- το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου φορτώνει τα ζώα με σκόρδα για να πάει στον Παρακάλαμο. Μόλις έφτασε εκεί, γρήγορα τον γύρισαν πίσω, αφού από το μέτωπο είχαν φτάσει οι δυσάρεστες ειδήσεις για την εισβολή των Ιταλών και η λέξη «πόλεμος, πόλεμος», περνούσε από στόμα σε στόμα.

Η επίθεση των Ιταλών από την Κακαβιά προς το Χάνι Δελβινάκι άρχισε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, μόλις κόπασε το πυροβολικό, ενώ στα δικά μας φυλάκια ακούστηκε ο συναγερμός «Πόλεμος! Στα όπλα».

Η 1η φάλαγγα του Σχη Σαπιέντζε κινείται με κατεύθυνση προς το χωριό Στρατίνιτσα – Χαραυγή. Η δεύτερη φάλαγγα του Στρατηγού Τζιαννίνι κινείται με κατεύθυνση Αργυροχώρι – Σταυροδρόμι – Χάνι Δελβινακίου- ύψωμα Λίμνης. Η τρίτη φάλαγγα του Σχη Τρίτσια προωθείται με κατεύθυνση Δρυμάδες Μερόπη – Ρουψιά – Άνω Ραβένια. Η τέταρτη φάλαγγα του Σχη Σωλήνα προς το Αηδονοχώρι, δεξιά από το Βασιλικό. Μέχρι τη νύχτα της 29ης προς 30η Οκτωβρίου οι Ιταλικές δυνάμεις της Μεραρχίας Φερράρα είχαν πλησιάσει σημαντικά τον κυρίως αμυντικό μας χώρο.

Αρχικά τα Ελληνικά Τμήματα προκαλύψεως υποχωρούν στη βασική γραμμή αμύνης, όπου βρίσκεται η VIII Μεραρχία στα υψώματα Γκραμπάλας –Ασσόνισσα – Βελλά – Άγιος Αθανάσιος Βροντισμένης – Σιάτσης – Μονή Σωσίνου Παρακαλάμου.

Οι Ιταλικές δυνάμεις προωθούνται στις τελικές θέσεις μάχης και προπαρασκευάζονται για την τελική επίθεση. Η Μεραρχία Τεθωρακισμένων Κενταύρων, κοντά στη λίμνη Ζαραβίνα. Η πρώτη φάλαγγα κοντά στο χωριό Παρακάλαμος, η δεύτερη στα Δολιανά, η τρίτη στην περιοχή Αργυροράχης και η τέταρτη στο Μεσοβούνι και στον Άγιο Μηνά.

Ακόμη όμως οι Ιταλοί δεν έρχονται σ’ επαφή με τα ελληνικά τμήματα. Το ελληνικό πυροβολικό, με τα παρατηρητήριά του σε θέσεις πλεονεκτικές, στη Γκραμπάλα και στη Μονή Βελλάς, έβαλλε συνέχεια καταπάνω τους. Γι’ αυτό και οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να σταματήσουν. Όλα τα περάσματα, όλες οι διαβάσεις και οι στενωποί είχαν επισημανθεί από το πυροβολικό μας, πριν ακόμη αρχίσει η εισβολή. Ο Βισκόντι Πράσκα αργότερα στα Απομνημονεύματά του θα γράψει: «Πυροβολαρχίες μέσα σε σπηλιές, που δεν κατόρθωσε να τις ανακαλύψει ούτε η επίγεια, ούτε η εναέρια παρατήρηση, χτυπούσαν τα τμήματά μας στ’ αναγκαστικά περάσματα ή στ’ ακάλυπτα σημεία και προκαλούσαν πολλά θύματα, γιατί έβαζαν από όλες τις κατευθύνσεις».

Όσο προχωρούν οι ώρες, ο αγώνας γενικεύεται. Το εχθρικό πυροβολικό ακούγονταν ως τα Γιάννενα και η ιταλική αεροπορία έβαζε από ψηλά. Ο τόπος αναταράζεται από τις βόμβες, που πέφτουν ακατάπαυστα σε διάφορα σημεία. Επί κεφαλής των τμημάτων προκαλύψεως ο Μαυρογιάννης, που γνώριζε καλά τα εδάφη. Τα ελληνικά τμήματα των συνόρων οπισθοχωρούν και το Μηχανικό μας ανατινάζει γέφυρες και κόβει το δρόμο. Ανατινάζεται και η γέφυρα στους Αγιούς.

Από τις 29 κιόλας Οκτωβρίου οι Ιταλοί άρχισαν να προχωρούν µε δισταγµό, οπότε φτάνοντας στους Αγιούς δέχτηκαν άγριο τουφεκίδι από τα πολυβόλα µας.

Ο καιρός είναι πολύ βροχερός και τα εφόδια του Ελληνικού στρατού λιγοστά. Η Ηµερησία Διαταγή του Κατσιµήτρου, Διοικητή της VIII Μεραρχίας έλεγε: «Επί της τοποθεσίας αυτής θα δοθεί ο αποφασιστικός αγών, µετά πείσµατος και επιµονής ακαταβλήτου. Άµυνα κρατερά επί των θέσεών µας, µέχρις εσχάτων».

Η ώρα για τη µεγάλη επίθεση είχε πια σηµάνει. Στις 2 Νοεµβρίου από τις 9 το πρωί σµήνη ιταλικών αεροπλάνων σε διαδοχικά κύµατα βοµβαρδίζουν την τοποθεσία Καλπακίου και συγκεκριµένα το ύψωµα Γκραµπάλα. Το µεσηµέρι όλο µαζί το ιταλικό πυροβολικό άρχισε να βάλλει µε ένταση. Τα ελληνικά χαρακώµατα της Γκραµπάλας, της Ασσόνισας, του λόφου Καλπακίου, σκάβονταν από τις εκρήξεις και ο τόπος τραντάζονταν συθέµελα. Το ελληνικό πυροβολικό απαντούσε και όλη η τοποθεσία είχε στην κυριολεξία φουντώσει.

Τη νύχτα 3 προς 4 Νοεµβρίου καταλαµβάνεται από τους Ιταλούς το ύψωµα Άγιος Αθανάσιος, που όµως ανακαταλαµβάνεται από τα Ελληνικά τµήµατα το πρωί της 4ης Νοεµβρίου. Τις δύο επόµενες µέρες συνεχίζεται η γενναία άµυνα των Ελλήνων µε στιγµές απαράµιλλου ηρωϊσµού και αυτοθυσίας.

Το κύριο βάρος της επίθεσης στο Καλπάκι ανέλαβε η Μεραρχία Κενταύρων µε τη βοήθεια της Μεραρχίας Φερράρα. Τα τµήµατα που βρίσκονται βόρεια του Καλαµά, τη νύχτα 4 προς 5 Νοεμβρίου συμπτύσσονται για να αποφύγουν τα εχθρικά άρματα.

Μετά το βομβαρδισμό της αεροπορίας, ο εχθρός αρχίζει την επίθεση σε ολόκληρο το μέτωπο. Το απόγευμα καταλαμβάνεται από τους Ιταλούς το ύψωμα Γκραμπάλα, που οι Έλληνες το ανακατάλαβαν.

Την άλλη μέρα μπαίνει στον αγώνα η Μεραρχία Κενταύρων με 80 άρματα και επιτίθεται στα υψώματα Καλπακίου. Τα άρματα βάλλονται από το Ελληνικό πυροβολικό, μερικά καταστρέφονται και τα υπόλοίπα οπισθοχωρούν σε αταξία. Απόπειρα διάβασης του Καλαμά κοντά στον Παρακάλαμο από 60 περίπου εχθρικά άρματα αποτυγχάνει, ενώ 15 άρματα βούλιαξαν στους βάλτους του Καλαμά.

Το τείχος του Καλπακίου παρέμεινε αδιαπέραστο.

Η επίθεση ξαναρχίζει στις 7 Νοεμβρίου, ύστερα από φοβερό βομβαρδισμό, με όλο το πυροβολικό. Το ιταλικό Πεζικό εξορμά, αλλά τα Ελληνικά κανόνια του ανακόβουν το δρόμο. Ιππικό ιταλικό, που ανέβηκε για μια στιγμή στο ύψωμα Λεπροβούνι, απέναντι από το χωριό Ρεπετίστι, διασκορπίζεται από το πυροβολικό μας. Το απόγευμα σημειώνονται νέες προσπάθειες των Ιταλών και νέες τους αποτυχίες.

Έτσι από την 8η Νοεμβρίου αρχίζει να χαλαρώνεται η εχθρική επίθεση και περιορίζεται η δράση της ιταλικής αεροπορίας και πυροβολικού. Οι ιταλικές δυνάµεις παίρνουν πλέον αµυντική διάταξη και ο στρατός µας αναλαµβάνει επιθετικές πρωτοβουλίες.

Σ’ αυτές τις τελευταίες επιχειρήσεις εντάσσεται και η µάχη Ρεπετίστας, όπως µου τη διηγήθηκαν οι παλιότεροι στο χωριό.

Τα ελληνικά τµήµατα ανακαταλαµβάνουν το ύψωµα Σιάστης απ’ όπου μάζεψαν 111 Ιταλούς αιχμαλώτους. Στο χωριό Ρεπετίστι οι Ιταλοί εξακολουθούν να είναι ταμπουρωμένοι, ο στρατός μας όμως το κατέλαβε σε λίγες ώρες και απώθησε και από εδώ τον εισβολέα.

«Ήμουν θεατής, θα πει ο Θωμάς Δημητρίου- 17 χρονών τότε- και παρακολουθούσα τη μάχη από τον ΄Αη Σωτήρα Παηδονιάς. Ο ελληνικός στρατός και συγκεκριμένα ο λόχος Ευζώνων του 42 Συντάγματος ορμά από τη θέση «Κρανιές». Το πυροβολικό μας, με επικεφαλής τον Κωστάκη, χτυπούσε αλύπητα και ο θόρυβος που προκαλούνταν ήταν τρομερός. ( Ο ταγματάρχης Κωστάκης ήταν ο ίδιος τόσο δεινός σκοπευτής, που στόχευσε με το πυροβόλο του το καζάνι, που έβραζαν το φαγητό τους οι Ιταλοί, στη μάχη Σιταριάς).

Η μάχη ήταν σκληρή.

Μόνο καπνό και λάμψη από τις πολλές φωτοβολίδες ξεχώριζα από τη θέση που βρισκόμουνα και άκουγα έναν υπόκωφο θόρυβο. Το χωριό είχε εκκενωθεί πριν την 28η Οκτωβρίου και είχαν μείνει ελάχιστοι υπερήλικες, που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν. Λίγες ώρες κράτησε η επιχείρηση, ενώ οι ιαχές «Αέρα … αέρα! Προχωρείτε! Προχωρείτε! … έσχιζαν τον αέρα».

«’Ημουνα 11 χρόνων -αφηγείται Γιώργος Τάσσης- στον πόλεμο το 1940 και οι αναμνήσεις μου εξακολουθούν να είναι ζωηρές. Το χωριό μας μετά την επίθεση του στρατού μας καταλήφτηκε εύκολα. Είχε μόνο δύο νεκρούς, ήταν οι τσολιάδες Μπαλαφούτης Αθανάσιος και Φαναράς Παναγιώτης του 42 Συντάγματος Ευζώνων Λαμίας και 17 τραυματίες. Οι απώλειες των Ιταλών ήταν πολλές. Οι νεκροί θάφτηκαν επί τόπου.

Την άλλη μέρα -συνεχίζει ο Γιώργος Τάσσης- κατέβηκα στο χωριό από τον Άνω Παρακάλαμο, όπου βρισκόμουν. Ήρθαν και οι άλλοι χωριανοί μου και βλέπαμε σκορπισμένα εδώ κι εκεί τα πτώματα των Ιταλών, μέσα στο χωριό, στο ύψωμα και στον κάμπο.

«Όπλα, πολεμοφόδια, χειροβομβίδες καθώς και τρόφιμα και ιδίως γαλέττες, περιήλθαν στα χέρια των Ελλήνων και μεις οι μικροί παρατηρούσαμε με ιδιαίτερη περιέργεια», συµπληρώνει ο Θωµάς Δηµητρίου.

Στην επίθεση του στρατού κατά της Ρεπετίστας αρκετά σπίτια, που από πριν τα είχαν επιτάξει οι Ιταλοί, δέχτηκαν τα βλήµατα του πυροβολικού µας κι έπαθαν µεγάλες ζηµιές.

«Τρεις οβίδες, δύο στη στέγη και µία στον τοίχο κτύπησαν το σπίτι µου», λέει ο καρδιολόγος γιατρός Φώτης Ζήκος, Ρεπετιστιώτης. «’Ηµουνα µαθητής, συνεχίζει στο Ιεροδιδαοκαλείο Βελλάς, 14 χρόνων. Είχαν περάσει µόλις 13 µέρες από τότε που αρχίσαµε τα µαθήµατα. Τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου το πρωί ακούσαµε το κανονίδι βαθιά στη Κακαβιά. Ήλθε ο Δεσπότης ο Σπυρίδων και µας συγκέντρωσε στην αυλή της Σχολής. « Όσοι είναι από τα κοντινά χωριά μας είπε, να φύγουν για τα σπίτια τους», αφού πρώτα μας εμψύχωσε με πατριωτικούς λόγους. Οι Βορειοηπειρώτες σπουδαστές, κατόπιν εντολής του, μεταφέρθηκαν το απόγευμα της 28ης Οκτωβρίου στο χωριό Άνω Πεδινά, όπου διανυκτέρευσαν σε χώρους φιλοξενίας του ναού της Ευαγγελιστρίας. Την άλλη μέρα με αυτοκίνητα και κάτω από βροχή μετακινήθηκαν στα Γιάννενα, στο κτίριο του ορφανοτροφείου Γεωργίου Σταύρου. Μετά από λίγες μέρες με συνοδεία καθηγητών, πήγαν στη Αθήνα και παρέμειναν στην Εκκλησιαστική Ριζάρειο Σχολή».

Πρέπει όμως εδώ να σημειώσουμε ότι οι Βορ/τες μαθητές ζητούσαν επίμονα από το Δεσπότη «Μόνο όπλα θέλουμε, ελευθερία στη Β. Ήπειρο και «νυν υπέρ πάντων ο αγών». «Ήρθα στο χωριό μου, συνεχίζει ο Φώτης Ζήκος και με τους γονείς μου, το απόγευμα, φύγαμε και πήγαμε στο Ριάχοβο. Έβρεχε πολύ και καθώς οπισθοχωρούσαν τα τμήματα του στρατού, η λάσπη στο δρόμο έφτανε ως το γόνατο, γι’ αυτό προχωρούσαμε με δυσκολία.

Όταν, μετά από μία εβδομάδα, περίπου, επιστρέψαμε στο χωριό, έζησα κι εγώ από την «Παηδονιά» τη λυσσαλέα επίθεση που πραγματοποίησε ο στρατός μας για την κατάληψη του χωριού μου. Όταν έληξε η μάχη γύρισα στο χωριό. Κάτω από το σπίτι μου είδα με λύπη τις 5 αγελάδες που είχαμε, να έχουν βληθεί από ιταλική οβίδα. Μείναμε μόνο με μία. Το μαγαζί, που διατηρούσε ο πατέρας μου, είχε λαφυραγωγηθεί από τους Ιταλούς».

Και ο ανώνυμος Τσολιάς του 42 Συντάγματος Ευζώνων Λαμίας γράφει:

«Αγναντεύοντας κάτω στο μικρό κάμπο μια καινούργια επίθεση που άρχισε από δικές μας δυνάμεις για την κατάληψη του χωριού Ρεπετίστα, που βρισκόταν μπροστά στο χωριό Κουκλιοί και δίπλα στον Παρακάλαμο.

Ακροβολισμένοι οι δικοί μας τρέχουν από δέντρο σε δέντρο και από θάμνο σε θάμνο. Προηγούμενα είχε προετοιμαστεί η επίθεση με βολές του δικού μας πυροβολικού, γύρω από το χωριό, στις θέσεις των Ιταλών.

Με αλαλαγμούς και τουφεκιές έχουν αμοληθεί οι τσολιάδες προς το χωριό. Αντηχούσε στον κάμπο το πολεμικό σύνθημα: Αέρα! Αέρα!

Εκεί στις παρυφές του χωριού βρισκόταν η γραμμή άμυνας των Ιταλών, µα η ισχυρή πίεση των τσολιάδων παρέσυρε τα πάντα. Το έσκασαν οι Ιταλοί προς την άλλη µεριά για τον Παρακάλαµο. Μπροστά κυνηγηµένοι οι Ιταλοί και ξοπίσω οι τσολιάδε µε εφ’ όπλου λόγχη, µε φωνές και τουφεκιές: Αέρα!!! Αέρα!!! και το Προχωρείτε!!! Προχωρείτε!!! του σαλπιγκτή, συµπλήρωνε το πολεµικό αυτό γιορτάσι, έδινε κουράγιο και φτερά για το κυνηγητό. Δρόµος ταχύτητας για τους lταλούς, σωστό πανηγύρί για τους τσολιάδες!

Κάτω στον κάµπο -θα συνεχίσει ο ανώνυµος- έβλεπα τους Τσολιάδες που έµπαιναν στη Ρεπετίστα. Μια µεγάλη ελληνική σηµαία είχε στηθεί κιόλας στο καµπαναριό της Εκκλησιά του χωριού. Οι Ιταλοί είχαν σκορπίσει αλαφιασµένοι προς τη µεριά του Παρακαλάµου. Έτρεχαν και δεν έφταναν! Τους βλέπαµε από το ύψωµα ξεκάθαρα, αφού οι σκουρόχρωµες στολές τους ξεχώριζαν στο καταπράσινο, τοπίο του κάµπου».

Οι πολεµικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα έπαιρναν διαφορετική τροπή απ’ αυτήν που είχαν προβλέψει οι Ιταλοί. Μέσα σε 15 ηµέρες η Ήπειρος, η Πίνδος, το Καλπάκι τους είχαν δώσε µια αποστοµωτική απάντηση.

Στις 14 Νοεµβρίου η πρώτη φάση του πολέµου η αµυντική, έληξε για τους Έλληνες. Αρχίζει η δεύτερη φάση η επιθετική σ’ όλο το µήκος του µετώπου. Οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού θα συνεχιστούν στη Βόρειο Ήπειρο και κάτω από αντίξοες συνθήκες, θα γράψει σελίδες δόξας και µεγαλείου.

«Μπήκαμε στη Βόρειο Ήπειρο, θα μας πει ο μπάρμπα Γρηγόρης ο Φούσας Δέλβινο- Αργυρόκαστρο- Τεπελένι. Δώσαμε τιτάνειους αγώνες και νικήσαμε κάτω από φοβερές δυσκολίες. Δύο φοβερούς χειμώνες περάσαμε εκεί.

Θυμάμαι που στο ύψωμα Μάλε-Σπάτ το χιόνι έφθανε το 1,50 μ. Βγάζαμε τις φανέλλες μας, που είχαν ψείρες και τις τινάζαμε στο χιόνι να ψοφήσουν. Έπειτα ήρθε η διαταγή να οπισθοχωρήσουμε. Στη Δερόπολη ο κόσμος έκλαιγε και μας φώναζε: «Πού μας αφήνετε;». Τα μάτια του μπάρμπα Γρηγόρη βουρκώνουν. Γυρίσαμε μέσω Κακαβιάς και στο Σταυράκι – Ιωαννίνων παραδώσαμε τα όπλα».

Πέρα από τους ηρωϊσμούς και τα κατορθώματα στον πόλεμο του 1940 υπάρχει κι ένα μάθημα ήθους, μια αποκάλυψη, που πρέπει κάθε τόσο να προβάλλεται και να υμνείται. Είναι η πίστη στο δίκαιο του αγώνα.

Εδώ στα βουνά της Ηπείρου δεν δινόταν μόνο η μάχη για την Ελλάδα. Ένας μικρός λαός, ο Ελληνικός είχε πάρει πάνω του γι’ άλλη μια φορά τη μεγάλη υπόθεση: Να εξασφαλίσει την αξιοπρέπεια της ζωής για όλους ή να χαθεί.

Η επέτειος του 1940 είναι μια πολύ σημαντική στιγμή. Είναι μια καθαρά παιδαγωγική μέρα του Έθνους, που πρέπει να φροντίσουμε να μη φύγει ποτέ από πάνω μας.

Γιατί πρώτα απ’ όλα η 28η Οκτωβρίου ήταν πρόσκληση για θυσία, που όλος ο λαός, διετράνωσε από την πρώτη στιγμή. Μ’ ένα στόμα και με μια φωνή όλοι οι Έλληνες διεκήρυξαν από την πρώτη στιγμή την απόφασή τους να διαφυλάξουν την ελευθερία και την ακεραιότητα του τόπου.

Αυτό το μήνυμα και αυτό το χρέος, για να το μεταλαμπαδεύσουμε και στους νεώτερους, μου έδωσαν οι καλοί κάτοικοι και συγχωριανοί, του Ρεπετιστίου, στο μικρό καφενείο του χωριού, ενθυμούμενοι μνήμες και κατορθώματα από τον τιτάνειο εκείνο αγώνα. Μνήμες που δεν πρέπει να χαθούν, αλλά να βιώνονται καθημερινά.

Χωρίς τέτοια βιώματα, το 1940 μένει μακρυά μας απόκοσμο και αναξιοποίητο και γίνεται ευκαιρία μόνο για πανηγυρισμούς και ομιλίες.

Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να είναι διαρκής παρουσία.

Πηγές: Άγγελος Τερζάκης: Ελληνική Εποποιία 1940-1941.

Comments are closed.